δειπνοφόρος

δειπνο-φόρος, ον,
A carrying meals, of birds, Arist.HA616b34,619b24.
II carrying meat-offerings, Lys.Fr.311S., Hyp.Fr.88, Plu.Thes.23, IG3.371.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δειπνοφόρος — δειπνοφόρος, ον (Α) 1. (για πτηνά) αυτός που μεταφέρει (με το ράμφος) τροφή στη φωλιά του 2. αυτός που μεταφέρει εδέσματα ως προσφορές σε θεότητες. [ΕΤΥΜΟΛ. < δείπνον + φορος < φέρω] …   Dictionary of Greek

  • δειπνοφόρος — carrying meals masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνοφόρα — δειπνοφόρος carrying meals neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνοφόροι — δειπνοφόρος carrying meals masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνοφόρους — δειπνοφόρος carrying meals masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείπνο — το και δείπνος, ο (AM δεῑπνον, το και δεῑπνος, ο) 1. το βραδινό φαγητό («κι ανέγνοιος εκοιμούντονε, το δείπνο να χωνέψει» «ἔχουσι γεῡμα θλιβερόν, δεῑπνον ὀνειδισμένον» «χωρεῑν ἐπὶ δεῑπνον») 2. η ώρα τού βραδινού φαγητού (α. «θα γυρίσουμε κατά το… …   Dictionary of Greek

  • δειπνοφορία — δειπνοφορία, η (Α) [δειπνοφόρος] εορταστική πομπή και τελετουργική παράθεση δείπνου προς τιμήν τής Έρσης, τής Πανδρόσου και τής Αγλαύρου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.